Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1947, ἕνα Ἑλληνόπουλο, ἡλικίας μόλις 12 ἐτῶν, ἐστέλνετο ἀπὸ τὸν κομμουνιστή, ἀπολυμένο ἀπὸ καθηγητὴς στὸ Πολυτεχνεῖο πατέρα του, μὲ ἀεροπλάνο τῆς Air France, στὸ Παρίσι γιὰ νὰ ἀποφύγῃ τὶς συνέπειες τῆς βαρβαρότητος τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Ὀλίγες ἑβδομάδες ἀργότερα, στὸ Κολωνάκι, ἡ μητέρα του συλλαμβάνετο ὡς κομμουνίστρια καὶ κατεδικάζετο σὲ θάνατο ἀπὸ στρατιωτικὸ δικαστήριο. Τὸ Ἑλληνόπουλο ἤμουν ἐγώ, ὁ πατέρας ἐλέγετο Νῖκος Κιτσίκης καὶ ἡ μητέρα ἦταν ἡ Μπεάτα Κιτσίκη.
Ἡ Μπεάτα ἐβασανίσθη στὰ μπουντρούμια τῆς ἀστυνομίας καὶ ἀργότερα στὶς γυναικεῖες φυλακὲς Ἀβέρωφ, ἀλλὰ δὲν ἐλύγισε οὔτε στιγμὴ καὶ ποτὲ δὲν ὑπέγραψε δήλωση μετανοίας. Παρέμεινε κομμουνίστρια μὲ ψηλὰ τὸ πανέμορφο κεφάλι της (ψηλὰ ὅπως αὐτὸ τῆς Ζωῆς), ἐφ’ὅσον στὸν Μεσοπόλεμο ἀπεκαλεῖτο ἡ ὡραία κυρία Κιτσίκη, ὅταν προτοῦ γίνει κομμουνίστρια ἦταν μέλος τῆς κολωνακιώτικης κοινωνίας. Αὐτὴ ἡ ξεπεσμένη ἐπαρχιώτικη παρισινὴ κοινωνία τοῦ Κολωνακίου ποὺ θύμιζε τὴν ῥουμάνικη ψευδοπαρισινὴ ἀριστοκρατία τοῦ Βουκουρεστίου, ὅπου ὅλοι, κύριοι καὶ κυρίες ἀπατοῦσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἔκαμαν τὴν Κρητικιὰ Μπεάτα, ἄν καὶ ἄθεη, νὰ σιχαθῇ τὴν ἠθικὴ κατάπτωση τῆς μικροσκοπικῆς δυσώδους κολωνακιώτικης κοινωνίας. Ὅταν ἔγινε κομμουνίστρια στὴν Κατοχή, ὡς Ἐαμίτισσα, μοῦ ἔλεγε ὅτι στὸ ΚΚΕ ἡ ἠθικὴ ἐπρώτευε καὶ αὐτὸ μὲ ὤθησε ἀργότερα νὰ γίνω πιστὸς Ὀρθόδοξος χριστιανός.
Μεγαλώνοντας ἔκτοτε ἐσωτερικὸς σὲ σχολεῖο στὴν Γαλλία, ἔκρυψα μέσα μου τὴν χαμένη μάνα μου καὶ μέσῳ αὐτῆς ἐθαύμασα τὴν Ἑλληνίδα γυναῖκα. Ἀπὸ τὶς φυλακὲς Ἀβέρωφ, οἱ συγκρατούμενες τῆς μητέρας μου, μοῦ ἔστελναν τὰ ἐργόχειρά τους στὰ ὁποῖα ἔπλεκαν πάντα τὴν φράση: «Γυναικεῖες Φυλακὲς Ἀβέρωφ». Ἔχω ἀκόμη καὶ σήμερα κρατήσει μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐργόχειρα.
Μεγαλώνοντας λοιπὸν μακρυὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα-μάνα μου, ὡρκίσθηκα νὰ μάθω καλὰ τὰ ἑλληνικά, διότι ἡ πρώτη γλῶσσα στὴν οἰκογένεια ἦταν τὰ γαλλικά, ἀπὸ τὸ σόϊ τῆς μητέρας μου, τοὺς Ἡρακλειῶτες Πετυχάκηδες, ἀπὸ τὸ Κάϊρο καὶ τὴν Τεργέστη. Κατόπιν αὐτοῦ νὰ ἐργασθῶ ὡς διανοούμενος, ποτὲ ὡς πολιτικός, γιὰ τὴν συμφιλίωση τῶν ἀντιπάλων ὁμάδων ποὺ εἶχαν καταστρέψει τὴν Ἑλλάδα καὶ καταρρακώσει τὸ κῦρος της. Πρῶτα μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς γείτονες, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ «μηδὲν προβλήματος», πολιτικὴ ποὺ εἶχα διδάξει άνεπιτυχῶς στὸν φοιτητή μου στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Βοσπόρου στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸν σημερινὸ πρωθυπουργὸ τῆς Τουρκίας, Ἀχμὲτ Νταβούτογλου. Μετά, μὲ τὶς ἀντίπαλες πολιτικὲς καὶ ἰδεολογικὲς ὁμάδες στὸ ἐσωτερικὸ τῆς χώρας, ποὺ εἶχαν κατασπαράξει τὴν μητέρα μου καὶ τὴν Ἑλλάδα.
Πέραν τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ τοῦ φασισμοῦ ἤμουν πεπεισμένος ὅτι ἡ Ἑλληνίδα μάνα ποὺ ἀγαπᾷ καὶ θυσιάζεται γιὰ ὅλα της τὰ παιδιά, τὰ κομμουνιστάκια καὶ τὰ φασιστάκια, δὲν κάνει διακρίσεις καὶ δὲν καταρᾶται κανέναν, γνωρίζοντας ἀπὸ τὴν Ἱστορία ὅτι οἱ πάντες, χωρὶς ἐξαίρεση, ὅταν δροῦμε εἴμεθα ἐγκληματίες. Γι’αὐτὸ καὶ στὸ τελευταῖο μου βιβλίο ποὺ αὐτὲς τὶς ἡμέρες θὰ παρουσιάσω στὸ κοινό, στὴν πατρίδα τῆς μητέρας μου, τὸ Ἡράκλειο (Περὶ Ἡρώων. Οἱ ἥρωες καὶ ἡ σημασία τους γιὰ τὸν σύγχρονο ἑλληνισμό, Ἐκδόσεις Ἡρόδοτος), συμπεριέλαβα ὡς γυναῖκα ἡρωίδα, τὴν ἐθνικοσοσιαλίστρια Ἑλληνίδα καὶ Γαλλιδούλα Σάβιτρι Ντέβι, τέρας πανεπιστημιακῶν γνώσεων, ἱέρεια τοῦ πλανητικοῦ ἑλληνισμοῦ ποὺ μὲ τὴν μόνη της παρουσία συνέτριβε τὴν ἄφθαστη μετριότητα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἐργατοπατέρων τῆς χώρας μας. Ἔδωσε καὶ δὲν ἐπῆρε, διότι ὁ ἥρωας μόνον προσφέρει καὶ ἰδιαίτερα ὅταν πρόκειται γιὰ γυναῖκα.
Σήμερα ἀναδεικνύεται, μὲ βάθος τὸν Παρθενῶνα, πέραν τοῦ οἴκου ἀνοχῆς τῆς Βουλῆς ποὺ εἶχε ἀμαυρώσει ἡ Μελίνα Μερκούρη, ἡ ὁποία, μὲ ἕνα ποτήρι οὐΐσκυ στὸ χέρι περιεφέρετο στὰ σαλόνια τῆς Ἑσπερίας γιὰ νὰ πείσῃ δῆθεν τοὺς Δυτικοὺς ληστὲς ἀρχαιοτήτων νὰ ἐπιστρέψουν τὰ Μάρμαρα, σήμερα λοιπόν, ἀναδεικνύεται στὸν χῶρο τοῦ ναοῦ τοῦ Παρθενῶνος, μία γυναῖκα Ἀθηνᾶ χρυσελεφάντινη, ἡ Ζωή, ἡ ἀγωνίστρια Ζωὴ Κωνσταντοπούλου, πρότυπο Ἑλληνίδος γυναικός, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπικεντρώνονται ὅλες οἱ ἐλπίδες τῶν νέων αὐτῆς τῆς χώρας, αὐτῶν στοὺς ὁποίους καὶ ἀφιέρωσα τὸ βιβλίο μου περὶ Ἡρώων, μὲ τὶς ἑξῆς λέξεις: «Τοῦτο τὸ βιβλίο ἀφιερώνεται στὴν ἑλληνικὴ νεολαία καὶ στὸν πλανητικὸ ἑλληνισμὸ μὲ τὴν προσδοκία μελλούσης ἐπαναστάσεως”. Θὰ ἠμποροῦσα νὰ τὸ εἶχα ἀφιερώσει καὶ στὴν Μπεάτα καὶ τὴν Ζωή.